Πέμπτη 4 Μαρτίου 2010

Στη σιγουριά σου.




N' ακουμπήσω τα μάτια μου
για λίγο στο λαιμό σου
να ξεκουραστούν
απ' τις τόσες εικόνες που τρομάζουν,


ν' αφήσω την ανάσα μου να σβήσει
στο στέρνο σου μέσα, βαθιά
κι οι παλμοί της καρδιάς μου να πέσουν
στο άγγιγμα του χεριού σου στην πλάτη μου.


Για να νιώσω ξανά
τη δική σου σιγουριά να με τυλίγει
που κουράστηκα πια απ' την τόση αγωνία.

Πίσω τους η Άνοιξη.



Δεν τα ξέρω,
μη μου μιλάς γι' αυτά,
όχι ότι δεν έμαθα, μα να
έχω ξεχάσει
Κι ούτε μπορώ να τα ακούσω πάλι


Δεν το θυμάσαι;
Με αριθμούς ουδέποτε είχα σχέσεις
μόνο καμιά φορά μετράω
πέντε, δέκα, δεκαπέντε, φτου ξελεφτερία,
και τα φυλάς εσύ.
-Όταν με βρίσκουν, τους φοβάμαι-.


Δεν είναι πως δεν έμαθα,
απλά τα μεταφράζω λίγο αλλιώς,
αλλάζω -ένα τι- τις λέξεις
να γίνονται τα νοήματα κάπως θολά,
-σαν όλα τ' άλλα-.


Δεν χάνει εξάλλου την αξία του ο ήλιος,
το πράσινο χορτάρι δε θα ξεθωριάσει,
λουλούδια δε θα δανειστώ,
την θάλασσα θα την κοιτάω όσο θέλω,
κανείς τ' αστέρια δε μου παίρνει
κι ο ουρανός πάντα θα στέκεται ψηλά μου.


Γι' αυτό σου λέω,
δεν τ' ακούω όσα μου λες,
τα κάνω όλα πέρα.
Πίσω τους, δες, κρύβεται η Άνοιξη
και μου γνέφει συνομωτικά,
να τρέξουμε πάλι στα χωράφια
για παιχνίδι.



Να ήταν Άνοιξη.




Να ήταν άνοιξη, τώρα ξαφνικά,
όπως καλά καθόμαστε
να 'σπαγε αυτή την ψύχρα,
μια φωτεινή ηλιαχτίδα που θα τρύπωνε
μες στα πυκνά σκοτάδια μας.


Να πετάγαμε τούτα τα παλτά τα βαριά
μ' ένα χάδι, τόσο εύκολα
όσο δύσκολα τα ρίξαμε κάποτε στους ώμους μας
και να βγαίναμε έξω
να περπατήσουμε στον ήλιο,
δίχως μάρτη στο χέρι
-απότομα ήρθε και δεν προλάβαμε-
κι ας καούμε.


Μια άνοιξη αληθινή.
Λίγη ζεστασιά, λίγη αγάπη
Μια ανάσα ακόμα κι ένα πικρό
-μα αληθινό- χαμόγελο.

Για την Άνοιξη.


Τετάρτη 24 Φεβρουαρίου 2010

Βιβλίο κενό.





Πήρα στα χέρια μου την ιστορία μας απόψε.


Χάλασα το δέσιμο προσεκτικά
,
εξώφυλλο και οπισθόφυλλο το ένα πάνω στ' άλλο

κι έσκισα μ' ευλάβεια μία μία τις σελίδες,
με απόλυτη τάξη,
μη χάσει καμιά το τέλεια ορθογώνιο σχήμα της.

Ύστερα τις βούτηξα όλες σε νερό θαλασσινό
-βοηθάει, λένε, να ξεκολλήσουνε απ' το χαρτί τα γράμματα-

και τις άπλωσα λευκές πια στον αέρα να στεγνώσουν.


Το νερό το πέρασα από ψιλή κρησάρα

κι έβαλα τα γράμματα σ' ένα βάζο μικρό,

απαλλαγμένα απ' τα νοήματα των λέξεών τους.


Τα τακτοποίησα όλα σ' ένα κουτί,

εξώφυλλο κι οπισθόφυλλο,
πάνω τους όλες οι λευκές σελίδες
και πλάι το βαζάκι με τα γράμματα.


Το άφησα στην πιο πολύτιμη γωνιά της βιβλιοθήκης μου,

να περιμένει.
Αυτό το βιβλίο κάποτε θα ξαναγραφτεί αλλιώς.



Αγώνας.





Γι' αυτό σε θέλω

γιατί όποτε στην αγκαλιά μου σ' έχω
ολοδικό μου
εσύ ξέρεις να τραβιέσαι άξαφνα,
απέναντι να στέκεις
κι αδιαφορώντας να με προκαλείς:
Nα σε διεκδικήσω πάλι,
να σε κερδίσω απ' την αρχή


Κι εγώ ανήμπορη στην παντοδύναμη
ανάσα σου
ρίχνομαι ξανά στον πιο τολμηρό αγώνα.



Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 2010

Δεν φτάνει.



Το ξέρω πως μ' αγαπάς,
πως σ' αγαπώ κι εγώ το ξέρεις.

Μα δεν φτάνει.

Γι' αυτό πάντα σου έστελνα
κι ένα φιλί ή μια αγκαλιά.

Γιατί η αγάπη μόνη της
δεν φτάνει.




Τρίτη 2 Φεβρουαρίου 2010

Προσανατολισμός.




Στεκόταν πάντα στη θέση του,
σοβαρός κι αγέρωχος, με το δικό του ρυθμό
ανάβοντας και σβήνοντας αδιαλλείπτως,
δηλώνοντας περίτρανα τη θέση του στον ορίζοντα,
σηματοδοτώντας ξεκάθαρα το όριο:
μετά την απέραντη θάλασσα, η τόση στεριά.


Κι εγώ που από τότε κρατούσα
πυξίδα χαλασμένη,
με έμφυτη την έλειψη πρασανατολισμού βασικού
και μονίμως αφημένη σε ατελέσφορες περιπλανήσεις
προς εύρεση αλήθειας,


ήξερα μόνο να φτάνω σε σημεία ψηλά,
να εντοπίζω τον στιγμιαίο πίδακα φωτός του
κι ύστερα να ησυχάζω στο ξαφνικό πάλι σκοτάδι του,
ήρεμη πια που βρήκα ξανά την πορεία μου
έστω μέχρι να ξημερώσει
(Την ημέρα εξάλλου, όλα φαίνονταν πιο ξεκάθαρα).