
Δες πως άνοιξα ξαφνικά,
-ποιος το περίμενε έτσι-
χωρίς μιαν ειδοποίηση,
ή -έστω- μιαν υπόνοια,
διάπλατα ανοιγμένη εγώ,
ο υπέρμαχος της κλειστής πόρτας
-ο κατάδικος της ανεπαίσθητης χαραμάδας-.
Εγώ.
Να στέκομαι μπρος στο φως
με μάτια τόσο ορθάνοιχτα.
Σαν με μπλουζάκι καλοκαιρινό,
μέσα Μάη
και ξεχνάς ξαφνικά
τόσες βροχές και τόσο κρύο του χειμώνα,
λες και δεν έγιναν ποτέ.






