Δευτέρα 17 Μαΐου 2010

Μέσα Μάη.



Δες πως άνοιξα ξαφνικά,

-ποιος το περίμενε έτσι-

χωρίς μιαν ειδοποίηση,

ή -έστω- μιαν υπόνοια,

διάπλατα ανοιγμένη εγώ,

ο υπέρμαχος της κλειστής πόρτας

-ο κατάδικος της ανεπαίσθητης χαραμάδας-.



Εγώ.

Να στέκομαι μπρος στο φως

με μάτια τόσο ορθάνοιχτα.



Σαν με μπλουζάκι καλοκαιρινό,

μέσα Μάη

και ξεχνάς ξαφνικά

τόσες βροχές και τόσο κρύο του χειμώνα,

λες και δεν έγιναν ποτέ.



Τετάρτη 28 Απριλίου 2010

Χαραμάδες.



Μια ζωγραφιά έχω στα χέρια μου,
μια εικόνα σκονισμένη απ' τις στάχτες
Την κοιτώ σαν απόμακρη μα τη φέρνω κοντά
Ας καθρεφτίζει έντονα δικά μου τα σκοτάδια.


Έχω τα χρώματα στην αγκαλιά μου,
να της τα δώσω ένα ένα χωριστά
Να γίνει όμορφη και ζωντανή όπως αξίζει
Φως να περάσει διάπλατο, χιλιάδες χαραμάδες.



Τρίτη 20 Απριλίου 2010

Η τόση άρνηση.




Μπρος στα πόδια μου απλώνεται μια πόλη
ολοδικιά μου
χαρίζοντάς μου κάθε τοίχο της,
κάθε μπαλκόνι ή σκεπή,
όλες τις σκάλες μία μία
ακόμα και καλώδια ρεύματος:
όλα δικά μου.


Μα πίσω μου ένα σπίτι έρημο στέκεται
στο πέρασμα του χρόνου, αφημένο
και μ' αρνιέται:
όχι να μου δοθεί ολόκληρο,
όχι παράθυρο ή πόρτα ή μια σκάλα,
μα ούτε ένα σκουριασμένο μεντεσέ,
λίγο απ' τους σάπιους του αρμούς,
μια πέτρα απ' την πεσμένη στέγη,
μια γωνία έστω απ' το γερμένο του περβάζι.
Τίποτα.


Μόνο την πίκρα του μου δίνει απλόχερα
λες κι έφταιξα εγώ για τόσο χρόνο
κι η πόλη πληγωμένη με κοιτά
που για 'κείνη εγώ είμαι τούτο δω το σπίτι.
Η τόση άρνηση.



Κυριακή 18 Απριλίου 2010

Να μου δώσεις τις λέξεις.



Εδώ είμαι απόψε,
απέναντί σου στέκομαι
και σου ζητώ τη λύτρωση.
Ποτέ ξανά δεν ήρθα έτσι,
με χέρια τόσο ικετευτικά ανοιγμένα.
Ποτέ πριν δε με είδες
τόσο κρυφά να δακρύζω.
Μα τώρα άλλη δύναμη δεν έχω
από σένα.

Σ' εκλιπαρώ
να μου δώσεις τις λέξεις.



Δευτέρα 5 Απριλίου 2010

Beefeater tonic.





Μέχρι τη μέση περίπου το ποτήρι,
δεν τίθεται θέμα μισοάδειου-μισογεμάτου,
η ποσότητα είναι ίδια όπως κι αν τη δεις:
το ποτήρι είναι ως τη μέση
-όπως εσύ που έφυγες,
ας ήταν για καλό ή για κακό,
εσύ έφυγες-.


ο πάγος έχασε τις αιχμηρές του γωνίες, στρογγύλεψε
-πέρασε καιρός πια-.

Το γυαλί είναι τώρα βρεγμένο,
αφήνει παντού υγρά στρογγυλά σημάδια.
Λίγες φουσκάλες ανθρακικού γατζωμένες γύρω γύρω
-ό,τι άντεξε-,

μια φέτα κιτρολέμονο το ίδιο ξινόπικρη,
κατεβαίνει όλο και πιο χαμηλά
-μέχρι να φτάσει στον πάτο-.



Ίδια γεύση,
τόσα χρόνια κι η γεύση μένει ίδια,
ας άλλαξαν όλες οι άλλες,
ας άλλαξα κι εγώ.
Εκείνη μένει ίδια.


Όπως εσύ, που έφυγες
κι η γεύση μένει ίδια.


Κυριακή 28 Μαρτίου 2010

Μετά βαϊων και κλάδων.


Μετά βαϊων και κλάδων.
Ενθουσιασμός, αγάπη, λόγια.
Κόσμος.
Εσύ είσαι; Εσύ.
Σαν τον Μεσσία,
αυτόν που θα μας σώσει
από το αμάρτημα το προπατορικό
-το χρόνο-
Με χαρές και τραγούδια.


Μετά ένα φιλί
και χέρια καθαρά.
Ξαφνικά,
ο εχθρός ελεύθερος και
Άρον άρον σταύρωσον.
Κι ύστερα στο σταυρό.
Σαν τον ληστή, τον προδότη.


Μετά βαϊων και κλάδων
κι ύστερα στο σταυρό.
Όπως Εκείνος, τότε.
Όπως εσύ, τώρα.
Ως την Ανάσταση. Ξανά.


Τρίτη 23 Μαρτίου 2010

Τυχαία συνάντηση.




Πού χάθηκες εσύ τόσα βράδια; Άλλαξες.

Σα να σκλήρυνε η καρδιά σου
και το φως των ματιών σου γέρασε
-ας έμεινε η προδοσία στη φωνή σου ίδια...-


Εγώ εδώ, όπως τα ξέρεις
και τα παιδιά, ναι, μεγαλώνουν:
η Αγωνία πέρασε στην εφηβεία της,
ο Φόβος άντρας πιά,
η Μοναξιά κι εκείνη, μεγαλώνει.
Μόνο η μικρή Χαρά κουράζεται,
ήταν πάντα της φιλάσθενη
και το παραμικρό τη ρίχνει στο κρεβάτι,
αδύναμη κι ωχρή,
την κοιτάω απέλπιδα και σωπαίνω.
Αν τη χάσω κι αυτή, θα τρελαθώ
-θυμάσαι τη μεγάλη, την Ευτυχία μας;-.


Κατά τ' άλλα, ναι, καλά.
Σ' αφήνω τώρα, χάρηκα, και να προσέχεις:
από παντού σε βρίσκει ο πόνος.