Το κομοδίνο δίπλα από το κρεβάτι μου,
είναι πάντα γεμάτο ακαταστασία.
Μέσα στα συρτάρια είναι πεταμένα απρόσεχτα
όσα τέλειωσαν πια,
όσα έληξαν μέσα μου κι ούτε τα σκέφτομαι,
ούτε που με απασχολούν.
Όσα πια ούτε καν υπάρχουν.
Όλα τ' άλλα, όσα ακόμα πονάνε
κι αν τα αγγίξεις μόνο,
όσα εύκολα ξανά αιμορραγούν
ή τρέχουν απεγνωσμένα στους δρόμους,
όλα αυτά που με ταρακουνάνε τις νύχτες
μην αποκοιμηθώ
κι αυτά ακόμα που το πρωί
μολύβια κάθονται πάνω στο κορμί μου,
όλα μα όλα αυτά κι άλλα ακόμα
που και ν΄αναφέρω τρέμω,
πάνω στο κομοδίνο βρίσκονται,
δίπλα στο πορτατίφ,
στο φως του να φαίνονται ένα ένα.
Ευτυχώς που μόνο εγώ τα βλέπω.
Αλήθεια δε θα 'θελα να δει ο κόσμος
τόση ακαταστασία,
τι θα σκεφτούν, ω όχι. Μόνο εγώ.
Ισως κι εσύ καμιά φορά
Όπως εκείνο το βράδυ
-γύρισες πάλι ή ποτέ δεν είχες φύγει;-
που άνοιξες την πόρτα
ξαφνικά, χωρίς καν να χτυπήσεις
-αυτή η νοοτροπία σου πως όλα σου ανήκουν
πάντα με πείραζε-
και τα είδες, πεταμένα, ανακατεμμένα
κι αμέσως άνοιξα το συρτάρι και πέταξα όλα μέσα
-κανά δυο θα έμειναν φαντάζομαι-
να μην μπορέσεις να τα δεις προσεχτικά
και να τα ξεχωρίσεις.
Δε φαντάζεσαι τι έγινε μετά,
ούτε περνάει απ' το μυαλό σου ταλαιπωρία τέτοια.
Όλα ανακατεύτηκαν,
κλεισμένα κι ανοιχτά,
ουλές από παλιές πληγές και νέες αιμορραγίες,
με βασάνισαν καιρό,
άλλα τα μπέρδεψα κι ενώ κλεισμένα τα θεωρούσα,
εκείνα ήταν ανοιχτά,
άλλα παλιά και ξεχασμένα
τα πέρασα για αγιάτρευτα
και τα θυμήθηκα πάλι.
Ούτε κι εγώ ξέρω πόσο μου πήρε
πάλι να τα ξεχωρίσω.
Αν έρθεις ξανά
-η εμφανιστείς τέλος πάντων-,
χτύπα σε παρακαλώ την πόρτα.
Αν κάνω τάχα πως λείπω,
μπες,
άνοιξε σιγά σιγά το συρτάρι
-να μην ακουστείς-
και διάβασε
-ψιθυριστά-
Όσα κλείνουν, ποιήματα γίνονται.
Τ' άλλα άστα εκεί επάνω, ανακατεμένα,
μέχρι να μου δώσει ο χρόνος δύναμη,
λέξεις κι εκείνα να τα κάνω, να κλειστούν.
Πάντα άλλα περιμένουν τη σειρά τους.
είναι πάντα γεμάτο ακαταστασία.
Μέσα στα συρτάρια είναι πεταμένα απρόσεχτα
όσα τέλειωσαν πια,
όσα έληξαν μέσα μου κι ούτε τα σκέφτομαι,
ούτε που με απασχολούν.
Όσα πια ούτε καν υπάρχουν.
Όλα τ' άλλα, όσα ακόμα πονάνε
κι αν τα αγγίξεις μόνο,
όσα εύκολα ξανά αιμορραγούν
ή τρέχουν απεγνωσμένα στους δρόμους,
όλα αυτά που με ταρακουνάνε τις νύχτες
μην αποκοιμηθώ
κι αυτά ακόμα που το πρωί
μολύβια κάθονται πάνω στο κορμί μου,
όλα μα όλα αυτά κι άλλα ακόμα
που και ν΄αναφέρω τρέμω,
πάνω στο κομοδίνο βρίσκονται,
δίπλα στο πορτατίφ,
στο φως του να φαίνονται ένα ένα.
Ευτυχώς που μόνο εγώ τα βλέπω.
Αλήθεια δε θα 'θελα να δει ο κόσμος
τόση ακαταστασία,
τι θα σκεφτούν, ω όχι. Μόνο εγώ.
Ισως κι εσύ καμιά φορά
Όπως εκείνο το βράδυ
-γύρισες πάλι ή ποτέ δεν είχες φύγει;-
που άνοιξες την πόρτα
ξαφνικά, χωρίς καν να χτυπήσεις
-αυτή η νοοτροπία σου πως όλα σου ανήκουν
πάντα με πείραζε-
και τα είδες, πεταμένα, ανακατεμμένα
κι αμέσως άνοιξα το συρτάρι και πέταξα όλα μέσα
-κανά δυο θα έμειναν φαντάζομαι-
να μην μπορέσεις να τα δεις προσεχτικά
και να τα ξεχωρίσεις.
Δε φαντάζεσαι τι έγινε μετά,
ούτε περνάει απ' το μυαλό σου ταλαιπωρία τέτοια.
Όλα ανακατεύτηκαν,
κλεισμένα κι ανοιχτά,
ουλές από παλιές πληγές και νέες αιμορραγίες,
με βασάνισαν καιρό,
άλλα τα μπέρδεψα κι ενώ κλεισμένα τα θεωρούσα,
εκείνα ήταν ανοιχτά,
άλλα παλιά και ξεχασμένα
τα πέρασα για αγιάτρευτα
και τα θυμήθηκα πάλι.
Ούτε κι εγώ ξέρω πόσο μου πήρε
πάλι να τα ξεχωρίσω.
Αν έρθεις ξανά
-η εμφανιστείς τέλος πάντων-,
χτύπα σε παρακαλώ την πόρτα.
Αν κάνω τάχα πως λείπω,
μπες,
άνοιξε σιγά σιγά το συρτάρι
-να μην ακουστείς-
και διάβασε
-ψιθυριστά-
Όσα κλείνουν, ποιήματα γίνονται.
Τ' άλλα άστα εκεί επάνω, ανακατεμένα,
μέχρι να μου δώσει ο χρόνος δύναμη,
λέξεις κι εκείνα να τα κάνω, να κλειστούν.
Πάντα άλλα περιμένουν τη σειρά τους.
