
Πού χάθηκες εσύ τόσα βράδια; Άλλαξες.
Σα να σκλήρυνε η καρδιά σου
και το φως των ματιών σου γέρασε
-ας έμεινε η προδοσία στη φωνή σου ίδια...-
Εγώ εδώ, όπως τα ξέρεις
και τα παιδιά, ναι, μεγαλώνουν:
η Αγωνία πέρασε στην εφηβεία της,
ο Φόβος άντρας πιά,
η Μοναξιά κι εκείνη, μεγαλώνει.
Μόνο η μικρή Χαρά κουράζεται,
ήταν πάντα της φιλάσθενη
και το παραμικρό τη ρίχνει στο κρεβάτι,
αδύναμη κι ωχρή,
την κοιτάω απέλπιδα και σωπαίνω.
Αν τη χάσω κι αυτή, θα τρελαθώ
-θυμάσαι τη μεγάλη, την Ευτυχία μας;-.
Κατά τ' άλλα, ναι, καλά.
Σ' αφήνω τώρα, χάρηκα, και να προσέχεις:
από παντού σε βρίσκει ο πόνος.
Πολύ όμορφο!
ΑπάντησηΔιαγραφήilio